Αρχική » Τι είναι η αιμορροφιλία » Αιμορροφιλία Α και Β

Αιμορροφιλία Α και Β

Σύγκριση αιμορροφιλίας Α και Β

Η αιμορροφιλία Α και η αιμορροφιλία Β είναι δύο τύποι της ίδιας διαταραχής της πήξης, με διαφορετική έλλειψη παράγοντα. Τα συμπτώματά τους είναι πρακτικά ίδια και δεν αρκούν για να καθοριστεί ποιος τύπος υπάρχει. Η διάκριση βασίζεται σε εργαστηριακές μετρήσεις της δραστικότητας των παραγόντων πήξης και, όπου χρειάζεται, σε γενετικό έλεγχο. Οι συχνότητες και οι αναλογίες τους διαφέρουν, ενώ κάθε τύπος συνδέεται με συγκεκριμένο γονίδιο στο χρωμόσωμα Χ. Η γνώση του παράγοντα που λείπει βοηθά να προσδιοριστεί με ακρίβεια η διάγνωση.

Ποιος παράγοντας λείπει

Στην αιμορροφιλία Α υπάρχει μειωμένη ή απούσα δραστικότητα του παράγοντα VIII, ενώ στην αιμορροφιλία Β επηρεάζεται ο παράγοντας IX. Και οι δύο συμμετέχουν στην ενδογενή οδό της πήξης, αλλά είναι διαφορετικές πρωτεΐνες και δεν υποκαθιστά η μία την άλλη.

Η αιμορροφιλία Α σχετίζεται με παραλλαγές στο γονίδιο F8, το οποίο βρίσκεται στη θέση Xq28 του χρωμοσώματος Χ. Η αιμορροφιλία Β συνδέεται με παραλλαγές στο γονίδιο F9, στη θέση Xq27 του ίδιου χρωμοσώματος. Η αλλαγή στο γονίδιο μπορεί να μειώσει την παραγωγή του αντίστοιχου παράγοντα ή τη λειτουργικότητά του.

Η διάκριση έχει διαγνωστική σημασία επειδή τα συμπτώματα των δύο τύπων είναι πρακτικά ίδια, αλλά η εργαστηριακή μέτρηση δείχνει ποιος παράγοντας έχει χαμηλή δραστικότητα. Η ειδική εξέταση δραστικότητας του παράγοντα VIII ή IX τεκμηριώνει τον αντίστοιχο τύπο· η γενετική ανάλυση μπορεί να εντοπίσει την παραλλαγή στα F8 ή F9. Επομένως, η ονομασία του τύπου προκύπτει από τον παράγοντα που επηρεάζεται και όχι από τη μορφή των συμπτωμάτων.

Συχνότητα και αναλογία

Οι εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Αιμορροφιλίας περιγράφουν τόσο τη συχνότητα στα άρρενα νεογνά όσο και τη σχετική μερίδα κάθε τύπου μεταξύ των περιπτώσεων αιμορροφιλίας.

  • Η αιμορροφιλία Α εμφανίζεται περίπου σε 1 στα 5.000 άρρενα νεογνά, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Αιμορροφιλίας του 2020.
  • Περίπου το 80% των περιπτώσεων αιμορροφιλίας αποδίδεται στον τύπο Α, καθιστώντας τον συχνότερο από τον τύπο Β.
  • Η αιμορροφιλία Β εμφανίζεται περίπου σε 1 στα 25.000–30.000 άρρενα νεογνά, σύμφωνα με την ίδια έκδοση οδηγιών.
  • Ο τύπος Β αντιστοιχεί περίπου στο 15–20% των περιπτώσεων αιμορροφιλίας· τα ποσοστά είναι προσεγγιστικά και περιγράφουν τη σχετική αναλογία των τύπων.
  • Οι αριθμοί προέρχονται από τις κατευθυντήριες οδηγίες 3ης έκδοσης της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Αιμορροφιλίας, που δημοσιεύθηκαν το 2020.

Οι συχνότητες αφορούν άρρενα νεογνά, ενώ οι αναλογίες αναφέρονται στη μερίδα κάθε τύπου μεταξύ των περιπτώσεων αιμορροφιλίας. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, ο τύπος Α είναι σαφώς συχνότερος, χωρίς αυτό να αλλάζει την ανάγκη εργαστηριακής ταυτοποίησης του παράγοντα.

Πίνακας σύγκρισης

Οι βασικές διαφορές αφορούν τον παράγοντα πήξης, το αντίστοιχο γονίδιο και τη συχνότητα. Η κλινική εικόνα από μόνη της δεν διαχωρίζει αξιόπιστα τους δύο τύπους.

Σύγκριση αιμορροφιλίας Α και Β
ΧαρακτηριστικόΑιμορροφιλία ΑΑιμορροφιλία Β
Παράγοντας που επηρεάζεταιΠαράγοντας VIIIΠαράγοντας IX
ΓονίδιοF8F9
Χρωμοσωμική θέσηXq28, στο χρωμόσωμα ΧXq27, στο χρωμόσωμα Χ
Συχνότητα στα άρρενα νεογνάΠερίπου 1 στα 5.000Περίπου 1 στα 25.000–30.000
Σχετική μερίδα περιπτώσεωνΠερίπου 80%Περίπου 15–20%
Εναλλακτική ονομασίαΔεν αναφέρεται αντίστοιχη καθιερωμένη ονομασίαΝόσος Κρίστμας· η ονομασία χρονολογείται από το 1952
Εργαστηριακή διάκρισηΜειωμένη δραστικότητα του παράγοντα VIIIΜειωμένη δραστικότητα του παράγοντα IX

Οι συχνότητες και οι αναλογίες παρατίθενται ως προσεγγιστικές εκτιμήσεις στις κατευθυντήριες οδηγίες 3ης έκδοσης της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Αιμορροφιλίας του 2020. Η διάκριση γίνεται με ειδική μέτρηση της δραστικότητας του αντίστοιχου παράγοντα, καθώς τα συμπτώματα των δύο τύπων είναι πρακτικά ίδια.

Πρακτικό συμπέρασμα: Να θυμάστε τον βασικό αντιστοιχισμό: αιμορροφιλία Α σημαίνει παράγοντας VIII και F8, ενώ αιμορροφιλία Β σημαίνει παράγοντας IX και F9· η εργαστηριακή μέτρηση επιβεβαιώνει τον τύπο.

Πώς ξεχωρίζουν οι δύο τύποι

Η Αιμορροφιλία Α και η Αιμορροφιλία Β μπορεί να εμφανίζουν παρόμοια αιμορραγική εικόνα, γι’ αυτό η διάκριση βασίζεται σε ειδικές εργαστηριακές μετρήσεις. Ο αρχικός έλεγχος εξετάζει τον χρόνο πήξης μέσω δύο βασικών δοκιμασιών, του aPTT και του PT. Η μέτρηση της δραστικότητας των παραγόντων VIII και IX προσδιορίζει ποιος παράγοντας παρουσιάζει έλλειψη. Η ακριβής ταυτοποίηση έχει πρακτική σημασία, επειδή η θεραπεία υποκατάστασης πρέπει να αντιστοιχεί στον ελλείποντα παράγοντα.

Εργαστηριακός έλεγχος

Ο αρχικός εργαστηριακός έλεγχος της πήξης περιλαμβάνει συνήθως τον χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) και τον χρόνο προθρομβίνης (PT). Και στους δύο τύπους αιμορροφιλίας, το τυπικό εύρημα είναι παρατεταμένος aPTT με φυσιολογικό PT. Ο aPTT αξιολογεί κυρίως την ενδογενή οδό της πήξης, στην οποία συμμετέχουν οι παράγοντες VIII και IX, ενώ ο PT ελέγχει διαφορετικό τμήμα του μηχανισμού. Η εικόνα αυτή κατευθύνει τον έλεγχο, αλλά από μόνη της δεν ξεχωρίζει την Α από τη Β.

Για την ταυτοποίηση μετράται χωριστά η δραστικότητα του παράγοντα VIII και του παράγοντα IX στο πλάσμα. Χαμηλή δραστικότητα FVIII υποστηρίζει Αιμορροφιλία Α, ενώ χαμηλή δραστικότητα FIX υποστηρίζει Αιμορροφιλία Β. Οι μετρήσεις γίνονται με δοκιμασίες δραστικότητας ενός σταδίου, οι οποίες βασίζονται σε τροποποιημένο aPTT, ή με χρωμογονικές δοκιμασίες. Όταν τα αποτελέσματα δεν συμφωνούν με την κλινική εικόνα ή μεταξύ τους, το εργαστήριο μπορεί να χρησιμοποιήσει διαφορετική μέθοδο για επιβεβαίωση.

Το δείγμα είναι συνήθως φλεβικό αίμα που συλλέγεται σε σωληνάριο με κιτρικό νάτριο, ώστε να ανασταλεί προσωρινά η πήξη. Η σωστή αναλογία αίματος προς αντιπηκτικό είναι σημαντική· κατά κανόνα χρησιμοποιείται αναλογία 9 προς 1, ενώ πολύ υψηλός αιματοκρίτης μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή του κιτρικού. Ατελής πλήρωση του σωληναρίου, πήγμα στο δείγμα ή καθυστέρηση στην επεξεργασία μπορούν να αλλοιώσουν τις μετρήσεις. Τα αποτελέσματα ερμηνεύονται σε σχέση με τα όρια αναφοράς του εργαστηρίου και την ηλικία, καθώς οι τιμές ορισμένων παραγόντων διαφέρουν στα νεογνά.

Η δραστικότητα του παράγοντα συμβάλλει και στην εκτίμηση της βαρύτητας: συνήθως, επίπεδο κάτω από 1% χαρακτηρίζεται σοβαρή μορφή, 1–5% μέτρια και πάνω από 5% έως 40% ήπια. Τα όρια αυτά δεν υποκαθιστούν την αξιολόγηση του ιστορικού και των αιμορραγικών επεισοδίων. Σε ήπια αιμορροφιλία ο aPTT μπορεί να βρίσκεται εντός φυσιολογικών ορίων, ανάλογα με την ευαισθησία του αντιδραστηρίου· συνεπώς, φυσιολογικός αρχικός έλεγχος δεν αποκλείει πάντοτε τη νόσο.

Αν ο aPTT είναι παρατεταμένος, η δοκιμασία ανάμειξης με φυσιολογικό πλάσμα μπορεί να βοηθήσει στη διαφορική διάγνωση. Η διόρθωση του χρόνου υποστηρίζει έλλειψη παράγοντα, ενώ η μη διόρθωση μπορεί να υποδηλώνει αναστολέα, όπως ειδικό αντίσωμα ή αντιπηκτικό λύκου· ορισμένοι αναστολείς εκδηλώνονται μετά από επώαση, γι’ αυτό συνεκτιμάται και το αποτέλεσμα μετά την επώαση. Εξετάζονται επίσης άλλες αιτίες παρατεταμένου aPTT, όπως ηπαρίνη ή έλλειψη άλλων παραγόντων της ενδογενούς οδού. Πρακτικά, η διάγνωση βασίζεται στις ειδικές μετρήσεις FVIII και FIX και όχι μόνο στους χρόνους πήξης.

Γιατί έχει σημασία η διάκριση

Οι παράγοντες VIII και IX είναι διαφορετικές πρωτεΐνες της πήξης και δεν μπορούν να υποκαταστήσουν ο ένας τον άλλον. Στην Αιμορροφιλία Α, η θεραπεία υποκατάστασης στοχεύει τον παράγοντα VIII, ενώ στην Αιμορροφιλία Β στοχεύει τον παράγοντα IX. Η επιλογή του κατάλληλου προϊόντος εξαρτάται, επομένως, από το ποια δραστικότητα είναι μειωμένη και όχι μόνο από το ότι ο aPTT είναι παρατεταμένος.

Η διάκριση έχει άμεση πρακτική συνέπεια: η χορήγηση παράγοντα VIII δεν διορθώνει έλλειψη παράγοντα IX, ούτε η χορήγηση παράγοντα IX διορθώνει έλλειψη παράγοντα VIII. Η λανθασμένη επιλογή δεν αποκαθιστά τον συγκεκριμένο παράγοντα που λείπει και μπορεί να καθυστερήσει την κατάλληλη αντιμετώπιση ενός αιμορραγικού επεισοδίου. Η ταυτοποίηση καθοδηγεί επίσης την παρακολούθηση της δραστικότητας και την αξιολόγηση της ανταπόκρισης στην υποκατάσταση. Πρακτικό συμπέρασμα: πριν επιλεγεί υποκατάσταση, πρέπει να έχει προσδιοριστεί αν η έλλειψη αφορά τον VIII ή τον IX.

Ιδιαιτερότητες κάθε τύπου

Η Αιμορροφιλία Α και η Αιμορροφιλία Β έχουν διαφορετική γενετική και βιολογική βάση, παρότι μπορεί να παρουσιάζουν παρόμοιες εκδηλώσεις αιμορραγίας. Οι ιδιαιτερότητες κάθε τύπου περιλαμβάνουν τις μεταβολές στα γονίδια που σχετίζονται με την πήξη, καθώς και διαφορές στην εμφάνιση αναστολέων. Τα χαρακτηριστικά αυτά επηρεάζουν την αξιολόγηση της νόσου και τη διαχείρισή της από την ομάδα ειδικών. Πρακτικά, η σαφής καταγραφή του τύπου και των επιμέρους χαρακτηριστικών του διευκολύνει την εξατομικευμένη παρακολούθηση.

Αιμορροφιλία Α

Η Αιμορροφιλία Α συνδέεται με μειωμένη ή ανεπαρκή λειτουργία του παράγοντα VIII. Ορισμένα χαρακτηριστικά της έχουν ιδιαίτερη σημασία για την κλινική εικόνα και τη διαχείριση.

Αιμορροφιλία Β

Η Αιμορροφιλία Β σχετίζεται με μειωμένη ή ανεπαρκή λειτουργία του παράγοντα IX. Η σπανιότητά της και ορισμένα χαρακτηριστικά του παράγοντα IX τη διαφοροποιούν βιολογικά.

Συχνές ερωτήσεις για τους τύπους

Η κατανόηση της διάγνωσης προϋποθέτει να διακρίνεται η ονομασία της διαταραχής από τη βαρύτητα της κλινικής εικόνας.

Ποιος τύπος είναι πιο βαρύς;

Κανένας από τους δύο τύπους δεν είναι από μόνος του βαρύτερος· η βαρύτητα εξαρτάται από τη δραστικότητα του παράγοντα πήξης στο αίμα. Η Αιμορροφιλία Α και η Αιμορροφιλία Β ταξινομούνται συνήθως ως ήπιες, μέτριες ή σοβαρές: σοβαρή μορφή αντιστοιχεί σε δραστικότητα κάτω από 1%, μέτρια σε 1–5% και ήπια σε τιμές πάνω από 5% και κάτω από 40%. Συνεπώς, άτομα με διαφορετικό τύπο μπορεί να έχουν αντίστοιχο επίπεδο βαρύτητας.

Υπάρχει αιμορροφιλία Γ;

Ο όρος «αιμορροφιλία Γ» είναι παλαιότερη ονομασία για την ανεπάρκεια του παράγοντα XI. Πρόκειται για αυτοσωμική διαταραχή της πήξης, διαφορετική από την Αιμορροφιλία Α και την Αιμορροφιλία Β, οι οποίες συνδέονται με το χρωμόσωμα Χ. Επομένως, δεν αποτελεί τρίτη μορφή της X-συνδεδεμένης αιμορροφιλίας· η ακριβής διάγνωση προσδιορίζεται από το ποιος παράγοντας παρουσιάζει ανεπάρκεια.

Μπορεί ένας τύπος να μετατραπεί στον άλλον;

Όχι, ο τύπος αιμορροφιλίας με τον οποίο γεννιέται ένα άτομο δεν μετατρέπεται από Α σε Β ή από Β σε Α. Οι δύο τύποι σχετίζονται με διαφορετικούς παράγοντες πήξης και διαφορετικές γενετικές μεταβολές, οπότε η πορεία της νόσου δεν αλλάζει την αρχική αιτία. Αν προκύψει διαφορετικό αποτέλεσμα σε επανέλεγχο, αυτό χρειάζεται ερμηνεία ως νέο εργαστηριακό εύρημα και όχι ως μετατροπή του τύπου.