Θρομβοπενία

Τι είναι η θρομβοπενία

Η θρομβοπενία αφορά τη χαμηλή συγκέντρωση αιμοπεταλίων στο αίμα και αξιολογείται με βάση την εργαστηριακή μέτρηση. Για να γίνει κατανοητό τι σημαίνει ένας χαμηλός αριθμός, είναι χρήσιμο να γνωρίζετε πώς παράγονται τα αιμοπετάλια και ποια λειτουργία επιτελούν. Η μέτρηση συγκρίνεται με καθορισμένα όρια αναφοράς, αλλά δεν ερμηνεύεται απομονωμένα. Το ιατρικό ιστορικό και τα υπόλοιπα ευρήματα βοηθούν να εκτιμηθεί η σημασία της για κάθε άτομο.

Τα αιμοπετάλια και ο ρόλος τους

Τα αιμοπετάλια είναι μικρά, άχρωμα κυτταρικά θραύσματα που κυκλοφορούν στο αίμα και συμμετέχουν στην αιμόσταση, δηλαδή στους μηχανισμούς με τους οποίους περιορίζεται η απώλεια αίματος όταν τραυματιστεί ένα αγγείο. Δεν διαθέτουν πυρήνα και παράγονται στον μυελό των οστών από μεγάλα κύτταρα που ονομάζονται μεγακαρυοκύτταρα. Από το κυτταρόπλασμα κάθε μεγακαρυοκυττάρου αποσπώνται πολλά μικρά θραύσματα, τα οποία εισέρχονται στην κυκλοφορία.

Όταν το εσωτερικό τοίχωμα ενός αγγείου υποστεί βλάβη, τα αιμοπετάλια προσκολλώνται στην εκτεθειμένη περιοχή, με τη βοήθεια πρωτεϊνών όπως ο παράγοντας von Willebrand. Στη συνέχεια ενεργοποιούνται: αλλάζουν σχήμα, εκκρίνουν ουσίες που προσελκύουν επιπλέον αιμοπετάλια και ενισχύουν την ενεργοποίησή τους. Τα αιμοπετάλια συγκεντρώνονται στο σημείο και συνδέονται μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα αρχικό αιμοπεταλιακό βύσμα.

Αυτό το πρώτο βύσμα είναι σημαντικό για την πρωτογενή αιμόσταση, αλλά δεν αποτελεί μόνο του ολόκληρο τον θρόμβο. Παράλληλα ενεργοποιούνται οι παράγοντες πήξης και σχηματίζεται ινώδες, το οποίο ενισχύει και σταθεροποιεί το σημείο της βλάβης. Τα αιμοπετάλια συμβάλλουν επίσης στην οργάνωση αυτής της διαδικασίας, προσφέροντας επιφάνεια πάνω στην οποία πραγματοποιούνται αντιδράσεις της πήξης.

Η διάρκεια ζωής τους στην κυκλοφορία είναι περίπου 7–10 ημέρες. Καθώς απομακρύνονται, ο μυελός των οστών παράγει νέα αιμοπετάλια από μεγακαρυοκύτταρα, ώστε να διατηρείται η διαθέσιμη ποσότητα. Η παραγωγή και η απομάκρυνσή τους συνδέονται με τη συνεχή ανανέωση του πληθυσμού τους στο αίμα.

Φυσιολογικά και χαμηλά επίπεδα

Στους ενήλικες, το συνηθισμένο εύρος αναφοράς είναι 150.000–450.000 αιμοπετάλια ανά μικρολίτρο αίματος. Ως θρομβοπενία ορίζεται γενικά η μέτρηση κάτω από 150.000 αιμοπετάλια ανά μικρολίτρο. Τα όρια αυτά χρησιμοποιούνται για την περιγραφή της συγκέντρωσης στο αίμα· δεν αποκαλύπτουν από μόνα τους γιατί η τιμή είναι χαμηλή ή τι σημαίνει για την υγεία ενός συγκεκριμένου ατόμου.

Μια χαμηλή μέτρηση είναι εργαστηριακό εύρημα και όχι αναγκαστικά αυτοτελής νόσος. Μπορεί να σχετίζεται με διαφορετικές καταστάσεις, ενώ η ίδια τιμή μπορεί να έχει διαφορετική σημασία ανάλογα με το συνολικό κλινικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, η ερμηνεία λαμβάνει υπόψη αν η μείωση είναι μεμονωμένη ή συνοδεύεται από μεταβολές σε άλλες σειρές κυττάρων του αίματος, καθώς και αν παρατηρείται σε μία ή σε περισσότερες μετρήσεις.

Η σημασία μιας τιμής δεν καθορίζεται μόνο από το πόσο απέχει από το κατώτερο όριο. Συνεκτιμώνται το ιστορικό, τυχόν γνωστά νοσήματα, η λήψη φαρμάκων και τα υπόλοιπα ευρήματα της κλινικής αξιολόγησης. Έχει επίσης σημασία αν η μεταβολή εμφανίστηκε πρόσφατα ή αν υπήρχε σε παλαιότερες εξετάσεις, επειδή η πορεία της μέτρησης προσφέρει διαφορετικό πλαίσιο από έναν μεμονωμένο αριθμό.

Τα εύρη αναφοράς μπορεί να παρουσιάζουν μικρές αποκλίσεις ανάλογα με το εργαστήριο και τη μέθοδο μέτρησης, γι’ αυτό το αποτέλεσμα διαβάζεται μαζί με τα όρια που αναγράφονται στην εξέταση. Μια τιμή κάτω από 150.000 αποτελεί το αριθμητικό κριτήριο για θρομβοπενία, αλλά δεν αρκεί για να προσδιορίσει την αιτία ή τη βαρύτητά της. Η κλινική ερμηνεία βασίζεται στον συνδυασμό της μέτρησης με το ιστορικό και τα υπόλοιπα ευρήματα.

Αίτια της θρομβοπενίας

Η θρομβοπενία μπορεί να προκύψει όταν ο μυελός των οστών παράγει λιγότερα αιμοπετάλια, όταν αυτά καταστρέφονται ή καταναλώνονται ταχύτερα ή όταν συγκρατούνται σε διογκωμένο σπλήνα. Οι μηχανισμοί αυτοί σχετίζονται με διαφορετικές παθήσεις, θεραπείες και καταστάσεις, όπως η κύηση. Σε ορισμένους ανθρώπους συνυπάρχουν περισσότεροι από ένας μηχανισμοί, για παράδειγμα μειωμένη παραγωγή και αυξημένη καταστροφή. Γι’ αυτό το ίδιο εργαστηριακό εύρημα μπορεί να έχει διαφορετική αιτία από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ο αριθμός των αιμοπεταλίων από μόνος του δεν προσδιορίζει ποιος μηχανισμός ευθύνεται.

Μειωμένη παραγωγή

Τα αιμοπετάλια παράγονται στον μυελό των οστών από μεγακαρυοκύτταρα. Όταν ο μυελός έχει υποστεί βλάβη ή δεν διαθέτει τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, η παραγωγή μπορεί να μειωθεί. Ενδεικτικές αιτίες είναι:

  • Απλαστική αναιμία: ο μυελός υπολειτουργεί και μπορεί να παράγει λιγότερα αιμοπετάλια μαζί με λιγότερα ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια.
  • Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα: τα κύτταρα του μυελού ωριμάζουν με δυσκολία, με αποτέλεσμα αναποτελεσματική παραγωγή αιμοπεταλίων και άλλων κυττάρων του αίματος.
  • Λευχαιμία ή διήθηση του μυελού: παθολογικά κύτταρα καταλαμβάνουν χώρο στον μυελό και περιορίζουν την ανάπτυξη των μεγακαρυοκυττάρων.
  • Χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία: θεραπείες που στοχεύουν ταχέως πολλαπλασιαζόμενα κύτταρα μπορούν προσωρινά να καταστείλουν και την αιμοποίηση στον μυελό.
  • Ορισμένα φάρμακα: η γραμμειζολίδη σε παρατεταμένη χορήγηση και το βαλπροϊκό οξύ έχουν συσχετιστεί με μειωμένη παραγωγή αιμοπεταλίων σε ορισμένους ασθενείς.
  • Έλλειψη βιταμίνης Β12 ή φυλλικού οξέος: διαταράσσει την ωρίμανση των κυττάρων του αίματος και μπορεί να προκαλέσει χαμηλή παραγωγή, συχνά μαζί με μακροκυττάρωση.

Η επίδραση εξαρτάται από την αιτία, τη διάρκεια και τη βαρύτητά της. Για παράδειγμα, η καταστολή του μυελού μετά από χημειοθεραπεία συχνά σχετίζεται χρονικά με τους κύκλους θεραπείας, ενώ οι διατροφικές ελλείψεις αναπτύσσονται συνήθως σταδιακά.

Αυξημένη καταστροφή ή κατανάλωση

Σε αυτόν τον μηχανισμό, τα αιμοπετάλια απομακρύνονται από την κυκλοφορία ή χρησιμοποιούνται ταχύτερα απ’ όσο αναπληρώνονται. Η ανοσολογική θρομβοπενία, γνωστή ως ΑΘ, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που προσδένονται στα αιμοπετάλια και διευκολύνουν κυρίως την απομάκρυνσή τους από τον σπλήνα. Σε αρκετές περιπτώσεις επηρεάζεται παράλληλα και η παραγωγή τους.

Ορισμένες λοιμώξεις μπορούν να προκαλέσουν προσωρινή μείωση μέσω ανοσολογικής καταστροφής ή αυξημένης κατανάλωσης. Μεταξύ των σχετικών παραδειγμάτων είναι η λοίμωξη από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας, οι ιογενείς ηπατίτιδες και σοβαρές συστηματικές λοιμώξεις. Η επίδραση δεν είναι ίδια σε κάθε λοίμωξη: μπορεί να συμμετέχουν ταυτόχρονα η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού και η καταστολή του μυελού.

Φάρμακα μπορούν επίσης να προκαλέσουν ανοσολογική καταστροφή, όταν αντισώματα ενεργοποιούνται παρουσία του φαρμάκου και αναγνωρίζουν τα αιμοπετάλια. Άλλοτε η μείωση συνδέεται με άμεση τοξική επίδραση. Η θρομβοπενία από ηπαρίνη είναι ειδική μορφή: συνήθως εμφανίζεται 5–10 ημέρες μετά την έναρξη της έκθεσης, καθώς αντισώματα ενεργοποιούν τα αιμοπετάλια. Παρά τον χαμηλό αριθμό τους, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος θρόμβωσης, επειδή τα ενεργοποιημένα αιμοπετάλια συμβάλλουν στον σχηματισμό θρόμβων.

Σε θρομβωτικές μικροαγγειοπάθειες, όπως η θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα και το αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, αιμοπετάλια καταναλώνονται σε μικρούς θρόμβους μέσα στα αγγεία. Αυξημένη κατανάλωση μπορεί να συμβεί και στη διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, όπου ενεργοποιείται εκτεταμένα το σύστημα πήξης.

Η θρομβοπενία κύησης είναι συχνή και συνήθως ήπια· παρατηρείται κυρίως στο δεύτερο μισό της εγκυμοσύνης και συχνά αποδίδεται σε συνδυασμό αυξημένης κατανάλωσης και αραίωσης του αίματος. Διαφέρει από σοβαρότερες επιπλοκές της κύησης, όπως η προεκλαμψία, στις οποίες μπορεί να υπάρχει εντονότερη κατανάλωση αιμοπεταλίων.

Εναπόθεση στον σπλήνα

Ο σπλήνας συγκρατεί φυσιολογικά μέρος των αιμοπεταλίων από την κυκλοφορία. Όταν διογκώνεται, μπορεί να παγιδεύει μεγαλύτερο ποσοστό τους, αφήνοντας λιγότερα να κυκλοφορούν στο αίμα. Αυτό ονομάζεται σπληνική συγκράτηση ή σπληνοσυσσώρευση και παρατηρείται συχνά σε παθήσεις που προκαλούν πυλαία υπέρταση, όπως η κίρρωση του ήπατος. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο μυελός έχει σταματήσει να παράγει αιμοπετάλια.

Οι τρεις βασικοί μηχανισμοί και ενδεικτικά παραδείγματα
ΜηχανισμόςΤι συμβαίνειΕνδεικτικά παραδείγματα
Μειωμένη παραγωγήΟ μυελός παράγει λιγότερα αιμοπετάλια.Απλαστική αναιμία, μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα, χημειοθεραπεία, έλλειψη Β12 ή φυλλικού οξέος.
Αυξημένη καταστροφή ή κατανάλωσηΤα αιμοπετάλια απομακρύνονται ή χρησιμοποιούνται γρηγορότερα από την αναπλήρωσή τους.Ανοσολογική θρομβοπενία, θρομβοπενία από ηπαρίνη 5–10 ημέρες μετά την έκθεση, θρομβωτικές μικροαγγειοπάθειες.
Εναπόθεση στον σπλήναΜεγαλύτερο μέρος των αιμοπεταλίων συγκρατείται σε διογκωμένο σπλήνα.Σπληνομεγαλία σε κίρρωση και πυλαία υπέρταση.

Οι μηχανισμοί μπορούν να συνυπάρχουν: για παράδειγμα, η κίρρωση μπορεί να συνδέεται τόσο με διογκωμένο σπλήνα όσο και με άλλες μεταβολές που επηρεάζουν τα αιμοπετάλια. Έτσι, ένα χαμηλό αποτέλεσμα μπορεί να αντανακλά περισσότερες από μία διεργασίες και όχι αποκλειστικά εναπόθεση στον σπλήνα.

Συμπτώματα και διάγνωση

Η εικόνα της θρομβοπενίας δεν είναι ίδια σε όλους: ορισμένοι άνθρωποι δεν παρατηρούν εμφανείς αλλαγές, ενώ άλλοι παρουσιάζουν αιμορραγικές εκδηλώσεις. Η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη τόσο τα ευρήματα της εξέτασης αίματος όσο και το πότε άρχισαν οι αλλαγές. Σημασία έχουν επίσης το ατομικό ιατρικό ιστορικό, πρόσφατες λοιμώξεις και η λήψη φαρμάκων. Ο συνδυασμός αυτών των πληροφοριών βοηθά να εκτιμηθεί αν το αποτέλεσμα ανταποκρίνεται σε πραγματικά χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων.

Πώς εκδηλώνεται

Οι εκδηλώσεις σχετίζονται κυρίως με αιμορραγίες στο δέρμα ή στους βλεννογόνους, αλλά η απουσία τους δεν αποκλείει χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων.

  • Οι πετέχειες είναι μικρές, επίπεδες κόκκινες ή μωβ κουκκίδες, συχνά στα κάτω άκρα. Δεν υποχωρούν όταν πιεστούν και μπορεί να εμφανίζονται σε ομάδες.
  • Η πορφύρα σχηματίζεται από μεγαλύτερες περιοχές αίματος κάτω από το δέρμα, ενώ οι μελανιές μπορεί να εμφανίζονται εύκολα ή χωρίς σαφή τραυματισμό.
  • Ρινορραγίες που επανέρχονται ή διαρκούν περισσότερο από το συνηθισμένο αποτελούν πιθανή εκδήλωση. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί αίμα κατά το βούρτσισμα των δοντιών.
  • Αιμορραγία από τα ούλα μπορεί να εμφανιστεί αυθόρμητα ή μετά από μικρό ερεθισμό. Η έντονη έμμηνος ρύση ενδέχεται να είναι μεγαλύτερη ή παρατεταμένη.
  • Σε πολύ χαμηλές τιμές, συνήθως κάτω από περίπου 20.000–30.000 αιμοπετάλια ανά μικρολίτρο, αυξάνεται η πιθανότητα αυτόματης αιμορραγίας, ακόμη και χωρίς εμφανή κάκωση.

Η βαρύτητα δεν καθορίζεται αποκλειστικά από έναν αριθμό: συνεκτιμώνται η έκταση και η διάρκεια των αιμορραγιών, καθώς και η γενική κλινική εικόνα. Έντονη ή επίμονη αιμορραγία χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διερεύνηση αρχίζει συνήθως με γενική εξέταση αίματος, η οποία καταγράφει τον αριθμό των αιμοπεταλίων και τις τιμές των υπόλοιπων κυττάρων του αίματος. Η μέτρηση δείχνει αν ο αριθμός είναι χαμηλότερος από το αναμενόμενο, ενώ η σύγκριση με παλαιότερες εξετάσεις μπορεί να αποκαλύψει αν πρόκειται για πρόσφατη ή σταθερή μεταβολή. Η αιμοσφαιρίνη και τα λευκά αιμοσφαίρια αξιολογούνται επίσης, επειδή η ταυτόχρονη μεταβολή περισσότερων κυτταρικών σειρών επηρεάζει την κατεύθυνση της διερεύνησης. Στη συνέχεια εξετάζεται επίχρισμα αίματος στο μικροσκόπιο. Ο εργαστηριακός έλεγχος αναζητά, μεταξύ άλλων, συσσωματώματα αιμοπεταλίων, τα οποία μπορεί να δημιουργηθούν μέσα στο σωληνάριο της αιμοληψίας και να οδηγήσουν σε ψευδώς χαμηλή καταμέτρηση από τον αναλυτή. Αν παρατηρηθεί συγκόλληση, το εύρημα αξιολογείται πριν θεωρηθεί ότι υπάρχει πραγματική θρομβοπενία· ενδέχεται να χρειαστεί νέα μέτρηση σε διαφορετικό αντιπηκτικό σωληνάριο. Η λήψη ιστορικού συμπληρώνει τα εργαστηριακά ευρήματα. Ο γιατρός ρωτά πότε εμφανίστηκαν τυχόν μώλωπες ή αιμορραγίες, αν υπήρξαν πρόσφατες λοιμώξεις και ποια φάρμακα ή συμπληρώματα λαμβάνονται, μαζί με το χρονικό διάστημα έναρξής τους. Εξετάζεται επίσης αν έχουν υπάρξει παρόμοια ευρήματα σε προηγούμενες γενικές αίματος ή αιμορραγίες στο παρελθόν. Η συσχέτιση της χρονικής πορείας με φάρμακα και λοιμώξεις βοηθά τον γιατρό να ερμηνεύσει το αποτέλεσμα, χωρίς να αρκεί από μόνη της για να καθορίσει την αιτία. Ανάλογα με το ιστορικό, τα συμπτώματα και τις υπόλοιπες τιμές της γενικής αίματος, μπορεί να κριθούν απαραίτητες πρόσθετες εξετάσεις. Η Διάγνωση Θρομβοπενίας δεν βασίζεται σε ένα μεμονωμένο εύρημα, αλλά στη συνεκτίμηση της καταμέτρησης, του επιχρίσματος και των κλινικών στοιχείων. Για σύνθετα ή εξατομικευμένα ερωτήματα αρμόδιος είναι αιματολόγος, ο οποίος μπορεί να αξιολογήσει συνολικά τα αποτελέσματα και να οργανώσει περαιτέρω διερεύνηση όταν χρειάζεται. Η εκτίμηση μπορεί να γίνει σε εξειδικευμένο κέντρο αιμορροφιλίας, ιδιαίτερα όταν απαιτείται εμπειρία σε αιμορραγικές διαταραχές.

Διαφορά από την αιμορροφιλία

Η θρομβοπενία και η αιμορροφιλία μπορούν και οι δύο να σχετίζονται με αιμορραγία, αλλά αφορούν διαφορετικά μέρη του μηχανισμού πήξης. Στη θρομβοπενία μειώνεται ο αριθμός των αιμοπεταλίων, ενώ στην αιμορροφιλία υπάρχει έλλειψη παράγοντα πήξης, συνήθως του 8 ή του 9. Η διάκριση αποτυπώνεται τόσο στο είδος της αιμορραγίας όσο και στα αποτελέσματα των εξετάσεων αίματος. Η θρομβοπενία είναι συνήθως επίκτητη, ενώ η κλασική αιμορροφιλία είναι κληρονομική.

Αιμοπετάλια και παράγοντες πήξης

Τα αιμοπετάλια συμμετέχουν στην αρχική, πρωτογενή αιμόσταση: προσκολλώνται στο σημείο όπου έχει τραυματιστεί το αγγείο και σχηματίζουν ένα προσωρινό αιμοπεταλιακό βύσμα. Η θρομβοπενία αφορά χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων, με αποτέλεσμα το πρώτο αυτό βήμα να είναι λιγότερο αποτελεσματικό. Συχνά συνοδεύεται από αιμορραγίες στο δέρμα ή στους βλεννογόνους, όπως πετέχειες, εύκολους μώλωπες ή αιμορραγία από τη μύτη και τα ούλα.

Οι παράγοντες πήξης είναι πρωτεΐνες του αίματος που ενεργοποιούνται διαδοχικά και οδηγούν στον σχηματισμό ινώδους, το οποίο σταθεροποιεί τον θρόμβο. Στην αιμορροφιλία Α λείπει ή είναι μειωμένη η λειτουργία του παράγοντα 8, ενώ στην αιμορροφιλία Β επηρεάζεται ο παράγοντας 9. Ο αριθμός των αιμοπεταλίων παραμένει συνήθως φυσιολογικός, αλλά η σταθεροποίηση του θρόμβου είναι ανεπαρκής. Η αιμορραγία μπορεί να είναι βαθιά, για παράδειγμα σε αρθρώσεις ή μύες, και να εμφανίζεται μετά από τραυματισμό ή επέμβαση.

Οι εξετάσεις βοηθούν να διακριθούν οι δύο μηχανισμοί. Στη θρομβοπενία η γενική αίματος δείχνει χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων, ενώ ο χρόνος προθρομβίνης και ο χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης είναι συνήθως φυσιολογικοί. Στην αιμορροφιλία ο αριθμός αιμοπεταλίων και ο χρόνος προθρομβίνης είναι κατά κανόνα φυσιολογικοί, αλλά ο χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης είναι συνήθως παρατεταμένος. Ήπιες μορφές αιμορροφιλίας μπορεί να μην εμφανίζουν παράταση σε αυτή την εξέταση, γι’ αυτό η μέτρηση της δραστικότητας των παραγόντων 8 και 9 είναι καθοριστική για την επιβεβαίωση.

Πίνακας σύγκρισης

Η σύγκριση των βασικών χαρακτηριστικών δείχνει αν η διαταραχή αφορά τα αιμοπετάλια ή την πήξη του αίματος. Τα τυπικά ευρήματα συνοψίζονται παρακάτω.

Βασικές διαφορές θρομβοπενίας και αιμορροφιλίας
ΚριτήριοΘρομβοπενίαΑιμορροφιλία
Τι επηρεάζεταιΟ αριθμός των αιμοπεταλίων είναι χαμηλός· οι παράγοντες πήξης δεν είναι κατ’ ανάγκη μειωμένοι.Η δραστικότητα του παράγοντα 8 στην αιμορροφιλία Α ή του παράγοντα 9 στην αιμορροφιλία Β είναι μειωμένη· τα αιμοπετάλια είναι συνήθως φυσιολογικά.
Τυπική αιμορραγίαΣυχνότερα επιφανειακές εκδηλώσεις, όπως πετέχειες, μώλωπες και αιμορραγία από βλεννογόνους.Συχνότερα βαθιά αιμορραγία σε αρθρώσεις ή μύες, καθώς και παρατεταμένη αιμορραγία μετά από τραυματισμό ή επέμβαση.
ΕξετάσειςΗ γενική αίματος καταγράφει χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων· ο χρόνος προθρομβίνης και ο χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης είναι συνήθως φυσιολογικοί.Ο αριθμός αιμοπεταλίων και ο χρόνος προθρομβίνης είναι συνήθως φυσιολογικοί· ο χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης συχνά παρατείνεται και η μέτρηση παραγόντων ελέγχει τη διάγνωση.
ΚληρονομικότηταΣυνήθως επίκτητη, αν και υπάρχουν και σπανιότερες κληρονομικές μορφές.Η κλασική αιμορροφιλία είναι κληρονομική και συνδέεται συνήθως με το χρωμόσωμα Χ.

Η αντιπαραβολή δεν αντικαθιστά την αξιολόγηση των εργαστηριακών αποτελεσμάτων: η μορφή της αιμορραγίας από μόνη της δεν αρκεί για να προσδιορίσει ποιος μηχανισμός έχει διαταραχθεί. Ιδίως όταν τα ευρήματα δεν είναι τυπικά, η δραστικότητα των παραγόντων πήξης και ο αριθμός των αιμοπεταλίων εξετάζονται μαζί.